κατάρτι ή ιστός

Μεγάλο κυλινδρικό δοκάρι, κάθετο στον επιμήκη άξονα του πλοίου, όπου αναρτώνται οι κεραίες που στηρίζουν τα πανιά. Επινοήθηκε, όταν κατέστη δυνατόν να χρησιμοποιηθεί ο άνεμος ως κινητήρια δύναμη. Το κ., και γενικά η αρματωσιά (εξαρτία) των πλοίων, τελειοποιήθηκε με τα μεγάλα ιστιοφόρα πλοία, μεταξύ 16ου και 19ου αι., και αργότερα με τα κλίπερ, που πλέον έχουν εκλείψει από τις θάλασσες. H παράδοση της αρματωσιάς των ιστιοφόρων εξακολουθεί να διατηρείται σήμερα μόνο σε ορισμένα εκπαιδευτικά πλοία καθώς και σε κάποια μεγάλα ιστιοφόρα σκάφη ψυχαγωγίας. Με την εισαγωγή της χρήσης του ατμού στη ναυτιλία, η αρματωσιά παρέμεινε στα πλοία όχι για τους σκοπούς της ιστιοφορίας, αλλά για δευτερεύουσες λειτουργίες (που προϋπήρχαν) και για την εκπλήρωση νέων, εξίσου σημαντικών, καθηκόντων: για την προσαρμογή της κόφφας και του θωράκιου –που στηρίζονταν στα κ. και χρησίμευαν παλαιότερα στους τοξότες αρχικά και στους τυφεκιοφόρους αργότερα– σε σύγχρονους σκοπούς, όπως η ανίχνευση και η κατόπτευση (προβολείς, ραντάρ) ή για στήριξη ελαφρών όπλων· για την έπαρση των σημάτων και των σημαιών αλλά και για κεραίες ασυρμάτου· για να στηρίζονται οι μπίγες (φορτωτήρες), όταν τα κ. δεν είναι κατασκευασμένα ειδικά γι’ αυτό. To κ. κατασκευάζεται από κορμούς δέντρων (πεύκου, ελάτης, λάρικος), οπότε μπορεί να αποτελείται από ένα ή περισσότερα κομμάτια –κολόμπα (στήλη) το κατώτερο και τσιμπούκια (επιστήλια) τα πάνω από την κολόμπα– ή από μονοκόμματο μέταλλο· στην τελευταία αυτή περίπτωση τα κ. έχουν διάφορα σχήματα, όπως κυλινδρικά, με μορφή τρίποδα, τετραποδικά, τύπου πλέγματος ή πύργου. Τα μεγάλα ιστιοφόρα γενικά έχουν τρία κ., από τα οποία το κεντρικό είναι το μεγάλο κ. (μέγας ιστός), το πλωριό ονομάζεται τουρκέτο (ακάτης ιστός) και το πρυμνιό μετζάνα (ιστός του επιδρόμου ή επίδρομος). Το πλαγιαστό κ. που εξέχει από την πλώρη καλείται μπομπρέσο (πρόβολος). Άλλα εξαρτήματα της αρματωσιάς των ιστιοφόρων είναι οι σταυρωτές κεραίες, η ράντα (κέρκος), το πίκι (κέρας) και οι αντένες για τα κουρτελάτσα. Κατάρτια ιστιοφόρου: 1) τουρκέτο (ακάτης ιστός)· 2) τρίγκος (ακάτιο)· 3) παροκέτο (δολώνιο)· 4) πλωριός παπαφίγκος (φωσώνιο)· 5) πλωριός κούντρος (σιπάριο)· 6) μεγάλο κατάρτι (μέγας ιστός)· 7) μαΐστρα (μεγίστη)· 8) γάμπια (δόλωνας)· 9) μεγάλος παπαφίγκος (φώσωνας)· 10) μεγάλος κούντρος (σίπαρος)· 11) μετζάνα (επίδρομος)· 12) φόγος (επίκριο)· 13) κόντρα μετζάνα (δολωνίδα)· 14) μπέλμπερης (φωσωνίδα)· 15) κόντραμπέλμπερης (σιπαρί)· 16) μπομπρέσο (πρόβολος)· 17) μπαστούνι (δοράτιο του αρτέμωνα)· 18) κόντρα μπαστούνι (επιδορατίδα). Σύγχρονο τριίστιο εκπαιδευτικό σκάφος.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ιστός — Κατάρτι πλοίου (βλ. λ. κατάρτι ή ιστός)· αργαλειός· δικτυωτό πλέγμα. (Ανατ.) Άθροισμα κυττάρων, μορφολογικά διαφοροποιημένων, που συνδέονται μεταξύ τους με μεσοκυττάρια ουσία και επιτελούν συγκεκριμένη λειτουργία στον οργανισμό. Ένα σύνολο ι. που …   Dictionary of Greek

  • ιστός — ο 1. κατάρτι. 2. αργαλειός, όργανο ύφανσης: Χειροκίνητος ιστός. 3. ύφασμα: Ιστός της Πηνελόπης. 4. άθροισμα κυττάρων που έχουν την ίδια περίπου κατασκευή και επιτελούν την ίδια λειτουργία: Επιθηλιακός ιστός. 5. «ιστός αράχνης», λεπτό πλέγμα… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • κατάρτι — το ο ιστός του πλοίου: Ήταν ανεβασμένος στο κατάρτι του πλοίου …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • κατάρτι — το (AM κατάρτιον, Μ κατάρτιν) ψηλός στύλος στον οποίο στηρίζονται τα πανιά τού πλοίου, ο ιστός τού πλοίου μσν. δοκάρι αρχ. μέρος τού υφαντικού ιστού. [ΕΤΥΜΟΛ. < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο τού επιθ. κατ άρτιος «αυτός που προσαρμόζεται» (<… …   Dictionary of Greek

  • μπομπρέσο ή πρόβολος ιστός — Κατάρτι των ιστιοφόρων που βρίσκεται στο ακραίο σημείο της πλώρης και έχει κλίση 20 25 μοιρών περίπου ως προς τον ορίζοντα. Κατά μήκος του μ. εκτείνεται η κάτω πλευρά των φλόκων (αρτεμόνων). Στα ιστιοφόρα μέσων και μεγάλων διαστάσεων, το μ.… …   Dictionary of Greek

  • ακάτιος ιστός — Το πρωραίο κατάρτι των μεγάλων ιστιοφόρων, γνωστό περισσότερο ως τουρκέτο …   Dictionary of Greek

  • ιστίο — το (ΑΜ ἱστίον) (υποκορ. τού ιστός) το πανί που δένεται κατάλληλα στο κατάρτι πλοίου ώστε να δέχεται τον άνεμο και να τόν μετατρέπει σε κινητήρια δύναμη τού σκάφους, πανί τού καραβιού, άρμενο αρχ. ύφασμα, κάλυμμα. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἱστός + υποκορ.… …   Dictionary of Greek

  • άλμπουρο — και άρμπουρο, το ιστός πλοίου, κατάρτι. [ΕΤΥΜΟΛ. < βενετ. alboro < arboro (πρβλ. ιταλ. albero «δέντρο») < λατ. arbor «δέντρο». ΠΑΡ. νεοελ. αλμπουρίζω] …   Dictionary of Greek

  • ικρίο — το (Α ἰκρίον και ἴκριον) ικρίωμα*, σκαλωσιά αρχ. 1. θεωρείο 2. (στον πληθ. τὰ ἴκρια α) σανίδωμα τού καταστρώματος τών ομηρικών πλοίων β) οι πλευρές τού πλοίου ή το άνω άκρο τών πλευρών του, η κουπαστή γ) ξύλινο κατασκεύασμα ψηλότερο από την… …   Dictionary of Greek

  • ιστοφόρος — ἱστοφόρος, ον (Α) (για σκάφος) αυτός που φέρει ιστό, που φέρει κατάρτι. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἱστός + φόρος (< φέρω), πρβλ. αγγελια φόρος, τροπαιο φόρος] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.